ἐραννός

ἐραννός, ή, όν, ([etym.] ἔραμαι)
A lovely, in Hom. only of places, Il.9.531, Od. 7.18, al., Ar.Lys.1297 (lyr.), Theoc.28.21, Mosch.3.89 : after Hom., generally,

ἐ. Ἀοῦς φάος B.16.42

;

ὕδωρ Simon.45

;

φιλότης D.P.777

; φηγός, ἄλσος, Orph.A.991,987 ; seldom of persons,

Ἑκάτη Id.H.1.1

codd. (ἐρεμνήν Wiel); τὸ ἐ., in Neo-Platonic Philos., the Beatific Vision, Anon. in Prm.2.30.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐραννός — lovely masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εραννός — Αρχαία πόλη της Κρήτης, που η τοποθεσία της παραμένει άγνωστη. Στη συνθήκη 30 κρητικών πόλεων με τον βασιλιά της Περγάμου Ευμένη B’ (163 π.Χ.), οι κάτοικοι της πόλης αναφέρονται ως Ερώνιοι, και αλλού τους ονομάζουν άλλοτε Εραννίους και άλλοτε… …   Dictionary of Greek

  • ἐραννά — ἐραννός lovely neut nom/voc/acc pl ἐραννά̱ , ἐραννός lovely fem nom/voc/acc dual ἐραννά̱ , ἐραννός lovely fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραννόν — ἐραννός lovely masc acc sg ἐραννός lovely neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανναῖς — ἐραννός lovely fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραννοῦ — ἐραννός lovely masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραννῆς — ἐραννός lovely fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραννή — ἐραννός lovely fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραννήν — ἐραννός lovely fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρωτας — Έλξη ενός προσώπου προς το άλλο. Ενώ οι περισσότεροι από τους φιλόσοφους της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας έβλεπαν τον έ. κυρίως από τη φυσική του πλευρά, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι στωικοί, και ο Πλούταρχος είδαν τον έ. από πιο… …   Dictionary of Greek

  • ἐραννάν — ἐραννά̱ν , ἐραννός lovely fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.